Σιδηρόπουλος εφ’ όλης της ύλης

Αναφερόμενος πριν από μερικές ημέρες στο επάγγελμα του υπαλλήλου στα διόδια, το περιέγραψα ως βαρετό, αναγνωρίζοντας φυσικά τις δυσκολίες που μπορεί να κρύβει. Αν έπρεπε να βρω ένα επάγγελμα για να το αντιπαραβάλω, το οποίο εκτός από δύσκολο, δεν σε κάνει να βαριέσαι, πιθανότατα θα επέλεγα αυτό του διαιτητή, ειδικά στη χώρα μας. Πραγματικά, ένας διαιτητής στην Ελλάδα δεν πρόκειται να βαρεθεί ποτέ. Εκτός από το προφανές, το γεγονός δηλαδή πως ζει από απόσταση αναπνοής αμέτρητους αγώνες ποδοσφαίρου, έχει να αντιμετωπίσει και όλη την παράνοια που συνοδεύει τον εγχώριο αθλητισμό, με τα επεισόδια, τα προκλητικά πρωτοσέλιδα, την καχυποψία και την υπέρ-ανάλυση να βασιλεύουν.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο κορυφαίος Έλληνας διαιτητής, Τάσος Σιδηρόπουλος, έχει καταφέρει όχι απλά να θεωρείται ο καλύτερος του χώρου του στην Ελλάδα και ταυτόχρονα συγκαταλέγεται στην ελίτ των Ευρωπαίων διαιτητών, έχοντας σφυρίξει πια αρκετούς αγώνες Champions League, δείχνοντας να ακολουθεί τα χνάρια του μέντορά του, Κύρου Βασσάρα. Επειδή βέβαια βρισκόμαστε στην Ελλάδα, οι δύσκολες στιγμές στην διαδρομή του Σιδηρόπουλου δεν έχουν λείψει, με τον ίδιο να δέχεται στο παρελθόν επιθέσεις και απειλές και φυσικά να βλέπει το όνομά του να πρωταγωνιστεί ουκ ολίγες φορές σε εμπρηστικά οπαδικά πρωτοσέλιδα. Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια βέβαια, η ζωή του διαιτητή στην Ελλάδα τα έχει -και- αυτά.
Με το ελληνικό ποδόσφαιρο να βιώνει για ακόμη μία φορά δύσκολες αλλά σε καμία περίπτωση πρωτόγνωρες καταστάσεις, μία κουβέντα με τον κορυφαίο Έλληνα διαιτητή ήταν πιο επίκαιρη και επιβεβλημένη από ποτέ. Μια συζήτηση η οποία περιελάμβανε από τα πρακτικά του πώς μπορεί να γίνει κάποιος διαιτητής, μέχρι το VAR και την προοπτική ενός Μουντιάλ. Ευτυχώς, δεν υπήρξαν αμφισβητούμενες φάσεις.
Γιατί και πώς να γίνει κάποιος διαιτητής
Πριν καν κανονιστεί η συνέντευξη με τον Τάσο Σιδηρόπουλο, μία ερώτηση στριφογύριζε ήδη στο κεφάλι μου και μοιραία, κατέληξε να είναι η πρώτη που βγήκε από το στόμα μου. Γιατί να γίνει κάποιος διαιτητής; Ισχύει ότι έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που δεν κατάφεραν να γίνουν ποτέ ποδοσφαιριστές και μοιραία, συμβιβάστηκαν με το ρόλο του διαιτητή; “Οι περισσότεροι διαιτητές ήταν πράγματι κακοί ή μέτριοι ποδοσφαιριστές. Κακός δεν ήμουν, αλλά σίγουρα ήμουν ένας μέτριος ποδοσφαιριστής, ο οποίος τραυματίστηκε. Την ίδια περίοδο ήμουν και στη σχολή της αστυνομίας, οπότε εκ των πραγμάτων είχα αναγκαστεί να σταματήσω το ποδόσφαιρο”.  Και πώς μπήκε η διαιτησία στη ζωή του; “Είχα ακούσει για μία σχολή διαιτησίας και αποφάσισα να πάω, προέκυψε τυχαία, δεν είναι κάτι που ονειρευόμουν από μικρός. Το να γίνεις διαιτητής είναι σχετικά εύκολο, προκηρύσσονται σχολές διαιτησίας στις τοπικές ενώσεις ή συνδέσμους, διάρκειας λίγων μηνών, όπου μέσα σε αυτό το διάστημα μαθαίνεις τη θεωρία, τους κανονισμούς, δίνεις εξετάσεις και παίρνεις το δίπλωμα. Αυτό είναι το εύκολο κομμάτι”.
“Μετά το δίπλωμα, ξεκινάς με παιδικά τουρνουά, εφηβικό, τοπικό. Η εκπαίδευση δεν σταματάει βέβαια ποτέ. Τα πρώτα παιχνίδια που έπαιξα εγώ σαν διαιτητής, ήταν σε ένα καλοκαιρινό τουρνουά που διοργανώνεται κάθε χρόνο στη Ρόδο. Μια εμποροπανήγυρη περισσότερο, όπου μέσα σε όλα τα άλλα, είχε κι ένα τουρνουά ποδοσφαίρου”. Υπήρχε τρακ σε εκείνα τα πρώτα παιχνίδια;
“Άγχος δεν υπήρχε καθόλου, δεν το έβλεπα όπως το βλέπω σήμερα. Υπήρχε άγνοια κινδύνου, ήταν τα πρώτα βήματα, κι αυτά είναι τα πιο δύσκολα. Πολλοί βγάζουν τη σχολή αλλά δεν μένουν στη διαιτησία. Σε παιδικά και εφηβικά τουρνουά έχουν παρατηρηθεί χειρότερα προβλήματα κι απ’ τα ανδρικό ποδόσφαιρο, από γονείς και φιλάθλους”.
Επάγγελμα(;) διαιτητής
Από τα γήπεδα της Ρόδου, ο Τάσος Σιδηρόπουλος κατάφερε πολύ γρήγορα να βρεθεί αρχικά σε αυτά της Super League και στη συνέχεια στο κορυφαίο ευρωπαϊκό επίπεδο. Μια διαδρομή που σίγουρα δεν ήρθε τυχαία.
“Δεν έπαιξα πολλά παιχνίδια σε χαμηλό επίπεδο, γιατί πέτυχα την μεγάλη αλλαγή στους πίνακες. Έγινα διαιτητής το 2001 και ένα χρόνο μετά, αξιολογήθηκα στη Δ’ Εθνική. Από το πρώτο μου παιχνίδι, στο τουρνουά του Αγίου Σουλά, μέχρι το πρώτο μου παιχνίδι στη Δ’ Εθνική, μεσολάβησαν ένας χρόνος και έντεκα μέρες. Η εξέλιξή μου γενικά ήταν γρήγορη, σε οκτώ χρόνια μπήκα στην πρώτη κατηγορία και είμαι ο διαιτητής που έγινε πιο γρήγορα διεθνής στην Ελλάδα”. Παρ’ όλα αυτά, για τον ίδιο η διαιτησία δεν είναι και ούτε θα μπορούσε να είναι η κύρια απασχόληση.
Ευτυχώς ή δυστυχώς, η διαιτησία στην Ελλάδα δεν είναι επαγγελματική. Αυτό σημαίνει ότι πληρωνόμαστε με το παιχνίδι και δεν έχουμε μισθό όπως συμβαίνει σε πολλές χώρες στο εξωτερικό, που τους παρέχεται και ασφάλεια. Ο κάθε διαιτητής πρέπει να έχει λοιπόν και ένα επάγγελμα, γιατί στη διαιτησία, την μια μέρα είσαι και την άλλη όχι
Τι σημαίνει όμως top διαιτητής στην Ελλάδα; “Το να είσαι διαιτητής σε υψηλό επίπεδο, σημαίνει καθημερινή προπόνηση, προετοιμασία για κάθε αγώνα, διάβασμα, σεμινάρια. Πρέπει να βρεις τη χρυσή τομή ανάμεσα σε οικογένεια, επάγγελμα και διαιτησία, να κατανέμεις το χρόνο σου με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην έχει κανένας παράπονο. Σίγουρα δεν είναι εύκολο, αλλά δεν είναι και ακατόρθωτο. Ευτυχώς από τη δουλειά μου στην αστυνομία υπάρχει σεβασμός και κατανόηση σε αυτό που κάνω κι έτσι με βοηθάνε όσο μπορούν”.
“Κάθε αγώνας χρειάζεται σκάουτινγκ, βλέπεις τις ομάδες, τον τρόπο που παίζουν, το πώς εκτελούν τα στημένα, το σύστημα. Προσωπικά, μου παρέχεται ένα πρόγραμμα από την UEFA, στο οποίο μπορείς να βρεις αγώνες απ’ όλο τον κόσμο, το οποίο πιστεύω σύντομα θα παρέχεται σε όλους τους Έλληνες διαιτητές από την ΕΠΟ. Ειδικά για έναν αγώνα στο εξωτερικό, στον οποίο μπορεί να πετύχεις αντίπαλο τον οποίο δεν παίζεις συχνά, πρέπει όλη η εξάδα να είναι προετοιμασμένη και να έχει μελετήσει πολύ. Κάθε διαιτητής έχει τη δυνατότητα να μελετήσει, το αν θα το κάνει ή όχι, είναι στο δικό του χέρι”.
“Για ψυχαγωγικούς λόγους θα παρακολουθήσω Champions League, Euro και Μουντιάλ. Όλα τα πρωταθλήματα είναι δύσκολο να τα παρακολουθώ λόγω του περιορισμένου χρόνου μου. Βέβαια, δεν με ενδιαφέρει μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και ο τρόπος που αγωνίζονται οι ομάδες και φυσικά ο διαιτητής. Υπάρχουν φορές που βλέπω ποδόσφαιρο επειδή θέλω να παρακολουθήσω έναν συγκεκριμένο διαιτητή. Στην Ευρώπη είμαι ακόμα από τους πιο νέους διαιτητές, θέλω λοιπόν να πάρω τα καλά από τους πιο έμπειρους, να μαθαίνω από τα λάθη τους, έτσι ώστε να βελτιώνομαι κι εγώ”.
“Τα παιχνίδια που σφυρίζω τα βλέπω ξανά ολόκληρα. Έτσι κι αλλιώς, με το που τελειώσει ένας αγώνας, έρχεται ο παρατηρητής διαιτησίας και σου επισημαίνει τις φάσεις στις οποίες ενδεχομένως να έχεις κάνει κάποιο λάθος. Θέλω να ξέρω λοιπόν αν η απόφασή μου ήταν σωστή ή λανθασμένη, δεν είμαι αδιάφορος. Αγχώνομαι γιατί θέλω να πηγαίνω καλά και δεν θέλω επ’ ουδενί να επηρεάζω το αποτέλεσμα ενός αγώνα. Και λάθος να κάνω, ο στόχος μου είναι αυτό να μην επηρεάζει το αποτέλεσμα, κάτι που θεωρώ ότι το έχω καταφέρει”. Υπάρχει βέβαια ένα λάθος το οποίο έκανε το Σιδηρόπουλο παγκοσμίως γνωστό. Ήταν Νοέμβρης του 2014, όταν ο Έλληνας διαιτητής, στον αγώνα Μάντσεστερ Σίτι – ΤΣΣΚΑ Μόσχας, δεν παρατηρεί με δεύτερη κίτρινη τον Βέρνμπλουμ, αντίθετα υποδεικνύει την κάρτα στον Ιγκνάσεβιτς, γλιτώνοντας μία αποβολή από τους φιλοξενούμενους.
“Αυτά τα λάθη δεν τα ξεχνάω ποτέ, είναι μαθήματα ζωής, αυτά που με έχουν κάνει καλύτερο σαν διαιτητή. Το συγκεκριμένο λάθος θα μπορούσε να μου κοστίσει την καριέρα. Η μεγαλύτερη στεναχώρια μου ήταν ότι δεν το είχα προβλέψει. Με ταρακούνησε και με ώθησε να αλλάξω. Είναι το πιο σημαντικό λάθος γιατί μετά απ’ αυτό, αναθεώρησα πάρα πολλά πράγματα στον τρόπο με τον οποίο προετοίμαζα τα παιχνίδια, που δούλευα τον εαυτό μου και την ομάδα μου”.
“Οδηγός μου όλα αυτά τα χρόνια αποτελεί η πορεία και η καριέρα του Κύρου Βασσάρα κι ελπίζω μια μέρα να πετύχω όσα κατάφερε ο ίδιος. Από τους διαιτητές που αγωνίζονται σήμερα στο υψηλότερο επίπεδο, παράδειγμα για μένα είναι ο Κάιπερς, ο Ολλανδός, με τον οποίο έχουμε και πολύ καλή φιλική σχέση και έχει σταθεί τόσα χρόνια σε πάρα πολύ υψηλό επίπεδο, ο Τούρκος ο Τσακίρ, ο Σκομίνα. Όλοι οι μουντιαλικοί διαιτητές αποτελούν για εμάς τους νέους παράδειγμα προς μίμηση και προσπαθώ να πάρω απ’ αυτούς στοιχεία που ταιριάζουν στο δικό μου στιλ”.
“Το Μουντιάλ είναι σίγουρα ο μεγαλύτερος στόχος, όμως πολλοί μικροί στόχοι κάνουν έναν μεγάλο. Στο φετινό ήταν πολύ δύσκολο να πάω, καθώς υπάρχουν πολλοί έμπειροι διαιτητές στην ελίτ κατηγορία, οι οποίοι διαιτητεύουν καλύτερα από μένα, κάτι που πρέπει να αναγνωρίζεις για να ξέρεις πού βρίσκεσαι. Αν ονειροβατείς και νομίζεις ότι είσαι ο καλύτερος δεν θα πας πουθενά. Η πρώτη συμβουλή που μου είχε δώσει ο Κύρος Βασσάρας, ο οποίος με στήριξε από το ξεκίνημά μου, ήταν ποτέ να μην πω κακή κουβέντα για κάποιον άλλον. Αν χάνεις ενέργεια με το να ασχολείσαι με τους άλλους τότε δεν θα βελτιωθείς”.
“Αυτή τη στιγμή, ο πρώτος και πιο βατός στόχος είναι το Euro του 2020. Είναι το πρώτο λιθαράκι, ένα σκαλοπάτι για να φτάσεις στο ταβάνι που είναι το Μουντιάλ”. Οι φίλοι και συγγενείς ρωτάνε τον ίδιο για αμφισβητούμενες φάσεις;
“Επειδή οι συγγενείς μου γνωρίζουν πόσο αγχωτική και απαιτητική είναι η διαιτησία, δεν με ενοχλούν, γιατί δεν θέλουν να με βάζουν σε αυτή τη διαδικασία. Οι φίλοι και γνωστοί όμως, επειδή μένω και σ’ ένα μέρος που λίγο πολύ όλοι είναι γνωρίζονται μεταξύ τους, ειδικά μετά από ένα μεγάλο παιχνίδι θα έρθουν να συζητήσουμε και να αναλύσουμε τις φάσεις, είτε έχω σφυρίξει εγώ, είτε όχι. Έρχονται με καλή διάθεση τις περισσότερες φορές, αλλά ακόμα κι όταν είναι λίγο πιο επιθετικοί, όταν τους εξηγήσω τον κανονισμό θα το δεχτούν και θα ηρεμήσουν”.
“Ο Έλληνας τους ξέρει τους κανονισμούς, αλλά τους ερμηνεύει όπως τον συμφέρουν, αυτό είναι το κακό. Το αγαπάει το ποδόσφαιρο, αλλά δεν το ευχαριστιέται λόγω της καχυποψίας που έχει δημιουργηθεί, η οποία δεν τον αφήνει να πάει στο γήπεδο απελευθερωμένος”.
Φάκελος ελληνικό ποδόσφαιρο: Ξύλο, απειλές και Grexit
Μιας και αναφέρθηκε η καχυποψία του ελληνικού ποδοσφαίρου, είχε έρθει η κατάλληλη ώρα να πιάσουμε τα κακώς κείμενα που το αφορούν. Όλο αυτό το αρνητικό κλίμα, πόσο επηρεάζει τους ίδιους τους διαιτητές;
“Οι πρώτοι που δέχονται όλον αυτόν τον αρνητισμό και θα έχουν αντίκτυπο σε περίπτωση Grexit είμαστε εμείς. Δεν οριζόμαστε σε αγώνες, αυτή η αναστάτωση δημιουργεί μια κακή εικόνα για το ελληνικό ποδόσφαριο στο εξωτερικό, οπότε ίσως κι εμείς να μην παίρνουμε σε κάποιες περιπτώσεις αυτό που δικαιούμαστε. Όχι απλά προβληματίζομαι, αλλά αγωνιώ κάθε μέρα για το αν θα γίνει ή όχι το Grexit, δεν είναι μόνο οι ομάδες, είμαστε εμείς, οι άνθρωποι που δουλεύουν στις ομοσπονδίες. Το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι ένα, δεν διαχωρίζεται σε ομάδες, ΕΠΟ και διαιτητές. Η διακοπή των πρωταθλημάτων μας επηρεάζει και μας βγάζει εκτός ρυθμού, σίγουρα όχι όσο και τους ποδοσφαιριστές βέβαια, γιατί δεν σφυρίζουμε κάθε εβδομάδα”. Όσο για τις φωνές για σημαδεμένα χαρτιά και στημένα αποτελέσματα, έχει πέσει κάτι στην αντίληψή του;
“Αυτά είναι θεωρίες συνωμοσίας, η εικόνα που θέλουν να δημιουργήσουν σε αυτούς που τα διαβάζουν. Το μεγαλύτερο μειονέκτημα του ελληνικού πρωταθλήματος είναι η αστάθεια που δημιουργείται από γεγονότα τα οποία πολλές φορές δεν αφορούν καν το ποδόσφαιρο. Όλα τα υπόλοιπα είναι τόσο εύκολο να ξεπεραστούν που πολλές φορές δεν χρειάζεται καν να τους δίνεις σημασία. Ενώ θα έπρεπε οι μόνοι πρωταγωνιστές να είναι οι ποδοσφαιριστές, τείνουν να γίνουν κάποιοι άλλοι”. Πόσο εύκολο είναι για έναν διαιτητή να αντέξει όλη αυτή την πίεση;
“Τα πρώτα χρόνια, η πίεση που ασκείται σ’ έναν διαιτητή, έναν άνθρωπο πάνω απ’ όλα, είναι δύσκολο να σε αφήσει ανεπηρέαστο. Όχι την ώρα του αγώνα, αλλά μέχρι να φτάσουμε σε αυτόν. Στοχοποιούμαστε πολλές φορές για κάτι που έγινε πριν δέκα χρόνια κι όταν τελικά τα πηγαίνουμε καλά, κανείς δεν βγαίνει να ζητήσει μία συγγνώμη. Είναι δύσκολο το πρώτο διάστημα, όλη αυτή η πίεση σε γεμίζει ερωτηματικά. Τα τελευταία χρόνια όμως, όλα αυτά μού είναι απλά αδιάφορα. Είτε λένε, είτε δεν λένε, είτε έχουν το πρόσωπό μου πρωτοσέλιδο, είτε όχι, δεν με απασχολεί καθόλου. Κατάλαβα πώς λειτουργεί αυτό το σύστημα, το οποίο θέλει να επηρεάσει τον άνθρωπο διαιτητή, να τον κάνει να στεναχωρεί και να φοβηθεί”.
“Πριν από τα μεγάλα παιχνίδια, κλείνω το κινητό και δεν διαβάζω τίποτα και κανέναν, αυτή είναι η επιλογή μου, ασχολούμαι μόνο με τους βοηθούς μου. Αν διαβάσεις κάτι και είσαι λίγο ευάλωτος, μπορούν να σε επηρεάσουν. Ξέρω ποιος είμαι, πού πατάω και πλέον, δεν μπορεί να με επηρεάσει τίποτα. Ακόμα και λάθος να κάνω, προσπαθώ να αναλύσω γιατί το έκανα, ώστε να μην το ξανακάνω. Λάθη θα γίνονται πάντα, προσπαθώ να μην κάνω τα ίδια λάθη”. Στο παρελθόν, ο ίδιος έχει πέσει θύμα ξυλοδαρμού, ενώ έχει δεχτεί και απειλές. Δεν υπήρξε στιγμή που σκέφτηκε να τα παρατήσει;
Τα έχω αφήσει πίσω μου και δεν μπαίνω καν στη διαδικασία να τα θυμηθώ, προτιμώ να κρατάω τις όμορφες στιγμές κι όχι τις άσχημες. Σίγουρα με προβλημάτισαν, αλλά δεν σκέφτηκα ποτέ να τα σταματήσω, αγαπάω πολύ τη διαιτησία για να τους κάνω το χατίρι. Με δυνάμωσε πολύ σαν χαρακτήρα κι η αστυνομία, ένα επάγγελμα δύσκολο, με πίεση και αρνητισμό προς το πρόσωπό μας, ακόμα και στη διαχείριση ενός αγώνα με βοήθησε
Όσο για το ποιες είναι αυτές οι όμορφες στιγμές που κρατάει: “Η πιο ιδιαίτερη στιγμή, την οποία δεν θα ξεχάσω ποτέ, ήταν το πρώτο μου παιχνίδι στο Champions League, το οποίο σηματοδότησε και τον πρώτο αγώνα της διοργάνωσης στο νέο γήπεδο της Μπιλμπάο. Η στιγμή που έπαιζε ο ύμνος σε ένα κατάμεστο Σαν Μαμές, ήταν κάτι ανεπανάληπτο, ακόμα το θυμάμαι και ανατριχιάζω. Ακόμα και τώρα, που έχω σφυρίξει τόσα παιχνίδια Champions League, τη στιγμή που θα μάθω τον ορισμό μου νιώθω σαν ένα μικρό παιδί που του παίρνουν το δώρο που ήθελε. Όταν βγαίνεις σε όλα αυτά τα γήπεδα και είναι οι ομάδες σε παράταξη και παίζει ο ύμνος, είναι μία στιγμή μοναδική”.
“Όλοι οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές, ενώ όταν τους βλέπεις εκτός μπορεί να μοιάζουν δύσκολοι κι απόμακροι, όταν τους έχεις αποδείξει ότι δεν είσαι εκεί για να αναδειχθείς εσύ, ανοίγονται. Εγώ αυτό που θέλω είναι να περνάω όσο πιο απαρατήρητος γίνεται. Το παράδοξο είναι ότι αρκετοί μεγάλοι ποδοσφαιριστές πολλές φορές είναι πιο φιλικοί από ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται σε υποδεέστερες κατηγορίες. Συνομιλείς με έναν παγκοσμίου κλάσης ποδοσφαιριστή μέσα στα αποδυτήρια σαν να γνωρίζεστε χρόνια, σε σέβεται, και ένας ποδοσφαιριστής μεσαίας ομάδες σε βρίζει και σου μιλάει υποτιμητικά. Η έλλειψη σεβασμού, απ’ όλες τις πλευρές, είναι ένα από τα προβλήματα του ελληνικού ποδοσφαίρου”.  Τελικά, θα συμβούλευε κάποιον που το σκέφτεται να ακολουθήσει το δρόμο του διαιτητή;
“Με κλειστά μάτια. Εγώ όπως εξήγησα έγινα διαιτητής τυχαία. Αν γνώριζα όμως νωρίτερα πώς θα είναι, θα είχα γίνει πιο γρήγορα διαιτητής, παρά τα προβλήματα, την πίεση και το άγχος. Για να φτάσεις σε υψηλό επίπεδο βέβαια, πρέπει να δουλέψεις πάρα πάρα πολύ και να έχεις υπομονή. Πράγματα που άλλοι ονειρεύονται να ζήσουν έστω ως φίλαθλοι όμως, εσύ τα ζεις από μέσα κι έρχεσαι σε επαφή με πρόσωπα που άλλοι δεν μπορούν καν να τους μιλήσουν”.
Περί VAR και νέων κανονισμών
Τον τελευταίο χρόνο, στη ζωή μας (όχι ακόμα στο ελληνικό πρωτάθλημα ωστόσο) έχει μπει ο Video Assistant Referee, κάτι που μοιραία έχει φέρει πολλές αλλαγές στον τρόπο που παίζεται το παιχνίδι. Το περιβόητο VAR βέβαια, δεν είναι το μοναδικό που έφερε μαζί του ο νεός κανονισμός.
“Ουσιαστικά έχει γραφτεί ένας καινούριος, πιο εύπεπτος, απλός και κατανοητός κανονισμός. Πιο εύκολος όχι μόνο ως προς το διάβασμά του αλλά και ως προς την εφαρμογή του. Στην Ελλάδα υπάρχει η Διεύθυνση Ανάπτυξης με υπεύθυνο τον Κύρο Βασσάρα, όπου κάθε εβδομάδα γίνεται μία συγκέντρωση στις τοπικές ενώσεις και μέσα από βίντεο και ερωτήσεις οι διαιτητές εκπαιδεύονται στους νέους κανονισμούς”. Πόσο εύκολο είναι να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα ένας έμπειρος διαιτητής;
Επί 15 χρόνια δούλευα με έναν τρόπο και ξαφνικά, μέσα σε μια μέρα, μου λένε ότι πρέπει να δουλέψω αλλιώς. Είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο. Η ΚΕΔ έχει στελεχωθεί με ανθρώπους με εμπειρία και γνώσεις και μέσω των σεμιναρίων οι διαιτητές βελτιώνονται καθημερινά
“To VAR σίγουρα αλλάζει τον τρόπο που παίζεται το ποδόσφαιρο. Είμαι ο μόνος που το έχει δοκιμάσει στην Ελλάδα, διότι ήμουν παρών πέρσι στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ελπίδων στην Κορέα όπου έπαιξα επτά παιχνίδια ως video assistant. Είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο, θεωρώ όμως ότι πρέπει να εισαχθεί στο ελληνικό ποδόσφαιρο, σίγουρα θα βοηθήσει. Έχει ακόμα τα θέματά του, όπως ότι καθυστερεί το παιχνίδι, κάτι που έχει να κάνει με την εμπειρία των διαιτητών που ασκούν καθήκοντα VAR. Αυτή τη στιγμή μας ενδιαφέρει πιο πολύ η ακρίβεια και όχι ταχύτητα της απόφασης. Στο επόμενο διάστημα όμως θα πρέπει να έρθει και η ταχύτητα”.
“Ο VAR δεν μπορεί να επεμβαίνει συνέχεια στον αγώνα. Το πού πρέπει να επεμβαίνει, ορίζεται πολύ συγκεκριμένα από τους κανονισμούς και αφορά ξεκάθαρα διαιτητικά λάθη”.
“Μέσα στο βαν βρίσκονται δύο διαιτητές και πολλές φορές μπορεί να είναι κι ένας τρίτος, ο οποίος είναι ο βοηθός και η γνώμη του μετράει στα οφσάιντ. Αν είναι μια φάση που πρέπει να ελεχθεί ξανά, τότε ο VAR μπορεί να προτείνει στον διαιτητή να κάνει το on field review, να πάει δηλαδή να το δει ο ίδιος και να αποφασίσει μέσα από την οθόνη που βρίσκεται στον αγωνιστικό χώρο. Όπως και να ‘χει όμως, η τελική απόφαση ανήκει πάντα στον διαιτητή, ο video assistant απλά τον συμβουλεύει, λέει τη γνώμη του. Βλέπουμε ότι σε χώρες στις οποίες εφαρμόζεται το VAR, γίνονται πάλι λάθη, γιατί κι ο διαιτητής που βλέπει τις φάσεις έχει μία ανθρώπινη κρίση, η οποία μπορεί να είναι λανθασμένη, δεν είναι ρομπότ. Όσο υπάρχει ανθρώπινη κρίση θα υπάρχουν και λάθη, το θέμα είναι να τα ελαχιστοποιήσουμε.

oneman.gr